Στα πλαίσια του μαθήματος Εκφραση/ Εκθεση ανατέθηκε στους μαθητές να επιλέξουν ένα γνωμικό, μια παροιμία ή μια γνωστή φράση και να την αναλύσουν. Η συγκεκριμένη εργασία αναρτήθηκε και στο παρόν ιστολόγιο.
Παρασκευή 15 Απριλίου 2011
Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011
Διάλογος [Σταυρόλεξο]
Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Τον 5ο αιώνα π. Χ. οι Έλληνες είχαν πόλεμο με τους Πέρσες. Πιο συγκεκριμένα, το 480 π. Χ. λίγο πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας σε μια συζήτηση στον Ισθμό οι Σπαρτιάτες διαφωνούσαν για την τοποθεσία στην οποία έπρεπε να δοθεί η μάχη. Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ότι έπρεπε η μάχη να δοθεί σε πεδιάδα κι Θεμιστοκλής διαφώνησε πιστεύοντας ακράδαντα ότι είχε δίκιο. Τότε οι Σπαρτιάτες ετοιμάστοικαν να χειροδικήσουν εναντίον του Θεμιστοκλή ο οποίος αγέρωχα απάντησε: "Πάταξον μέν ἄκουσον δέ" που σημαίνει : "Δείρε με αλλά πρώτα άκουσέ με!"
Τελικά, ο Θεμιστοκλής είχε δίκιο κι οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες και απέτρεψαν την υποδούλωση της χώρας. Την παροιμιώδη αυτή έκφραση τη χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα όταν πιστεύουμε ότι έχουμε δίκιο αλλά οι άλλοι δε μας δίνουν σημασία. Αξίζει δηλαδή να επιμένουμε και να διεκδικούμε, όταν όμως είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι για την ορθότητα των επιλογών μας και όχι απλά για λόγους εγωισμού ή γοήτρου.
Χατζηπαντελή Ευαγγελία
Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Η Αμάλθεια, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν μια κατσίκα που θήλασε το νεογέννητο Δία στα όρη της Ίδης, στην Κρήτη. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ήταν μια νύμφη, που ανάθρεψε το Δία ταΐζοντας τον από το κέρατο μιας γίδας με το γάλα της.
Κατά την πρώτη παραλλαγή, η ίδια η κατσίκα σπάει ένα της κέρατο πάνω σ' ένα δέντρο και η παραμάνα του Δία το μαζεύει από κάτω, το τυλίγει μέσα σε φύλλα και το φέρνει στο βρέφος.
Σύμφωνα με τη δεύτερη παραλλαγή, ο ίδιος ο Δίας σπάζει το κέρατο και το χαρίζει στη νύμφη Αμάλθεια, προικίζοντάς το με θαυματουργές ιδιότητες: του δίνει τη δύναμη να προσφέρει στον κάτοχό του οτιδήποτε επιθυμήσει. Έτσι, το κέρατο της Αμάλθειας συμβολίζει την αφθονία, τον πλούτο και, γενικά, κάθε αγαθό.

Ιωάννης Γεροντίδης
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
Διαμαντή Σοφία

"Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν"

Η συγκεκριμένη παροιμία αναφέρεται στο λακωνισμό των Σπαρτιατών. Στην εκφραστική τους ικανότητα δηλαδή, να συνοψίζουν το νόημα μεγάλων περιόδων, διατηρώντας την κεντρική ιδέα αυτών, και χρησιμοποιώντας τόσες λέξεις όσες ήταν απαραίτητες, προκειμένου να αντιληφθεί ο συνάνθρωπός τους, τί ακριβώς εννοούσαν. Ο λακωνισμός αποτέλεσε χαρακτηριστικό στοιχείο της συμπεριφοράς των Σπαρτιατών και συνδέθηκε άρρηκτα με την πολιτιστική τους ταυτότητα. Αλλά και στις μέρες μας τα άτομα που εντάσσουν παραδείγματα λακωνισμού στην καθημερινή τους ομιλία χαρακτηρίζονται ως ευφυείς, διακατέχονται από πνευματική ανωτερότητα και γίνονται ιδιαίτερα ελκυστικοί στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Επιπλέον προσδίδει σε ορισμένα άτομα μια εκλεπτυσμένη αίσθηση του χιούμορ, την οποία τις περισσότερες φορές η λαϊκή μάζα δεν μπορεί να κατανοήσει, ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του λακωνισμού και προσωπικά το αγαπημένο μου. Κλίνοντας θα ήθελα να προσθέσω πως ο λακωνισμός αποτέλεσε έναν εύχρηστο επικοινωνιακό κώδικα κατά την αρχαιότητα και όπως κάθε επικοινωνιακός κώδικας έχει σίγουρα μία αξιέπαινη πολιτιστική σημασία.



Η παροιμία αυτή αναφέρεται σε ηθικές αλήθειες. Μια από τις εντολές του θεού είναι να σέβεσαι τους γονείς σου. Οι γονείς μας είναι αυτοί που μας γεννάνε, μας μεγαλώνουν και μας διδάσκουν. Είμαστε η προέκταση τους. Όταν μας μαθαίνουν για το σεβασμό, για την εκτίμηση, για την ηθική φερόμαστε ανάλογα. Όσο εμείς τους έχουμε ανάγκη καθώς μεγαλώνουμε και κάποια στιγμή θα φτιάξουμε τη ζωή μας και θα ανοίξουμε το δικό μας σπιτικό για εκείνους ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση. Εκείνοι τώρα γίνονται τα παιδιά και εμείς οι γονείς γι’ αυτούς. Συμπέρασμα μην τους παραμελούμε όταν έχουν την ανάγκη μας γιατί δίνουμε το καλό παράδειγμα και στα δικά μας παιδιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Οδυσσέας ο οποίος γεμάτος σεβασμό απευθύνθηκε στο γέρο πατέρα του, τον Λαέρτη. Το ίδιο και ο Αινείας από την Τροία που εγκατέλειψε τα χαλάσματα της πόλης του παίρνοντας τον πικρό δρόμο της ξενιτιάς κουβαλώντας στους ώμους του τον ανήμπορο πατέρα τον γέρο Αγχίση. Το σεβασμό προς τους γονείς με την ευχή και την ελπίδα ότι και τα παιδιά θα συμπεριφερθούν παρόμοια εκφράζει και το απόσπασμα που ακολουθεί:
Τοιοῦτος γίγνου περὶ τοὺς γονεῖς, οἵους ἂν εὔξαιο περὶ σεαυτὸν γενέσθαι τοὺς σεαυτοῦ παῖδας. (Ισοκράτη, « Προς Δημόνικον», 14.1 - 14.3) [Μετάφραση: Τέτοια στάση να διαμορφώσεις απέναντι στους γονείς σου, σαν αυτή που θα ευχόσουν να επιδείξουν προς εσένα τα παιδιά σου»
Φρειδερίκη Γκόγκα
Η παροιμία διδάσκει, κατά τον Ν. Πολίτη, «ότι ματαιοπονεί ο επιχειρών να διορθώσει τον φύσει πονηρό, ή να διδάξει τον ανεπίδεκτο μαθήσεως, ή ο ευεργετών αχάριστο». Η παροιμία συνοψίζει αρχαίο αισώπειο μύθο, σύμφωνα με τον οποίο ο κύριος ενός Αιθίοπα, νομίζοντας πως ο δούλος του είναι μαύρος από την απλυσιά, προσπαθούσε επίμονα πλένοντας τον να τον καθαρίσει. Ο Λουκιανός παραδίδει και την παροιμιώδη σχετική φράση: Αιθίοπα σμήχειν = (από αμάθεια) πλένω Αιθίοπα, για να τον κάνω λευκό. Αξιομνημόνευτη η διάδοση της παροιμίας και στην Ασία, όπου, βέβαια, δεν γίνεται λόγος για αράπη, αλλά για μαύρη αρκούδα, κουρούνα ή κάρβουνο.
Ευφροσύνη Γουδή

Η ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΠΟΙΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΓΙΑ ΑΓΟΡΕΣ Η ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΑΝΑΓΚΗ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΟΚΥΨΕΙ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΤΑΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ,ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΟΤΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΟΥΜΕ ΧΡΗΜΑΤΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ. ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΤΟΝΙΖΕΤΑΙ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΥΠΟΜΟΝΟΙ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΤΑ ΠΕΤΥΧΟΥΜΕ ΟΛΑ ΓΡΗΓΟΡΑ, ΑΛΛΑ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΝΑ ΚΤΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΜΑΣ. ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΦΤΑΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΛΛΟ ΑΚΡΟ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΕΝΩ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΖΟΥΝ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΤΣΙΓΚΟΥΝΙΑΣ ΤΟΥΣ. ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΚΑΛΑ. ΤΙ ΑΞΙΑ ΕΧΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΖΕΙ ΚΑΛΑ. ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΟΜΩΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΠΟΥ ΓΕΜΙΖΟΥΝ ΤΟ ΣΑΚΟΥΛΙ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗ ΜΙΑ Η ΜΑΛΛΟΝ ΠΟΛΛΑ ΣΑΚΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥΣ. ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ "ΛΑΜΟΓΙΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΑΧΡΑΣΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΜΟΝΟ ΘΥΜΟ ΚΑΙ ΑΗΔΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΝΙΩΘΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΘΩΣ ΜΕ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΑ ΕΧΕΙ ΒΟΥΛΙΑΞΕΙ Η ΧΩΡΑ!!

Θοδωρής Γεωργιάδης

Η παροιμία «ένα άλλο λέοντα» θέλει να μας δείξει ότι δε χρειάζεται κανείς να απευθύνεται σε πολλούς ανθρώπους για να πετύχει το στόχο του αλλά σε ένα και καλό। Μπορεί αυτός να είναι ένας, αλλά είναι ο πιο κατάλληλος, ο πιο δυνατός, όπως το λιοντάρι που είναι ο βασιλιάς των ζώων. Μπορεί να είναι ένα αλλά είναι τόσο μεγάλο και δυνατό, στη δύναμη και στο μέγεθος ώστε πολλά ζώα μαζί να μη μπορούν να τα βγάλουν πέρα μαζί του. Τι να τους κάνεις τους πολλούς δειλούς, όταν χρειάζεσαι μαχητές που σα λιοντάρια θα ριχτούν στον αγώνα. Ο Λεωνίδας είχε λίγους, αλλά λιοντάρια που δε λύγισαν απέναντι σε πολλαπλάσιους εχθρούς.
Κωνσταντίνος Αργυριάδης Α1

Με την παροιμία «ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάε» εννοούμε ότι πολλές φορές λέμε λόγια τα οποία είναι ευχάριστα για τους άλλους και ικανοποιούνται μόνο που τα ακούν. Δεν περιμένουν να δουν και την πράξη γιατί είναι ευχαριστημένοι μόνο με τα λόγια που λένε. Έτσι περιορίζονται μόνο στον προφορικό λόγο χωρίς να δίνουν καμία εντελώς βαρύτητα στην πράξη. Πρέπει λοιπόν πάντα να εκτιμάμε τις καλές προθέσεις και την καλή διάθεση. Πρέπει ακόμη να τονιστεί ότι αυτός που λέει αυτή την παροιμία δεν είναι ακατάδεκτος, αλλά ικανοποιείται μόνο και μόνο από τη χειρονονμία. Αλλωστε πολλές φορές δοκιμάζουμε και τους άλλουςμέσα από τις ανάγκες μας και από το πώς εκείνοι μας αντιμετωπίζουν.


Όπως λοιπόν όταν χτυπάς την πόρτα ενός κουφού ο οποίος δεν ακούει καθόλου, όσο δυνατά και να χτυπήσεις, ακόμα και σαν βροντή, η οποία χαρακτηρίζεται για τον ισχυρό θόρυβο που κάνει, μην περιμένεις να σου ανοίξει την πόρτα αφού δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσει κάποιον θόρυβο.
Έτσι λοιπόν θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την κώφωση του κωφού, με τον άνθρωπο ο όποιος όχι απλός δεν πρόκειται να δώσει έστω και λίγο σημασία σε αυτά που θα τον συμβουλεύσεις, αλλά θα κάνει και το αντίθετο.
Φυσικά αυτό δεν θα γίνει μόνο μία φορά. Γι' αυτό άλλωστε η παροιμία λέει «όσο θέλεις βρόντα», δηλαδή όσες φορές και να το επαναλάβεις αυτός θα κάνει και θα ξανακάνει το ίδιο λάθος.
Τζιόμαλλου Ευαγγελία

Η παροιμιακή φράση «Φοβοῦ τούς Δαναούς καί δῶρα φέροντας!», ειπώθηκε πρώτη φορά από τον Λαοκόoντα όταν αντίκρισε τον Δούρειο Ίππο. Οι Τρώες όμως αψήφησαν τη συμβουλή του Λαοκόοντα, ξεγελασμένοι από τον Σίνωνα. Οργισμένος τότε ο Λαοκόων πέταξε το ακόντιό του στο ξύλινο άλογο. Εκείνη την ώρα ο θεός Ποσειδώνας, επειδή υποστήριζε τους Έλληνες, έστειλε δύο θαλάσσια φίδια και έπνιξαν τον Λαοκόοντα και τους γιούς του. Η έννοια της φράσης αυτής μέχρι σήμερα είναι η ίδια και χρησιμοποιείται όταν μας προσφέρει κάποιος - που δε φημίζεται για τη γενναιοδωρία του ή που δεν μας έχει συνηθίσει σε κάτι τέτοιο - ένα δώρο ή κάτι άλλο για να μας καλοπιάσει και σύμφωνα με αυτή, θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί γιατί μπορεί να υπάρχει υστερόβουλη διάθεση ή σκοτεινοί στόχοι.
Βασιλική Γενίτζελη

Η έκφραση «αργία μήτηρ πάσης κακίας» δηλώνει ότι από την απραξία και την τεμπελιά προέρχονται πολλά δεινά. Με ανάλογο τρόπο και σήμερα χρησιμοποιείται η έκφραση αυτή για την τεμπελιά και τον τεμπέλη άνθρωπο, ο οποίος δεν πετυχαίνει τίποτα στη ζωή του, αλλά μόνο κακό κάνει στους άλλους, αφού δεν ασχολείται με κάτι δημιουργικό, παρά μηχανεύεται ανόητα πράγματα προκειμένου να διασκεδάσει την πλήξη και την ανία του. Δεν διοχετεύει την ενεργητικότητά στο χώρο της εργασίας του και εκτονώνεται συνήθως με ανόητες και επικίνδυνες εκδηλώσεις.
Σε αντίθεση ο εργατικός προσπαθεί και δουλεύει πάντα με αποτέλεσμα να τον θαυμάζουν όλοι। Ένα παράδειγμα αφορά τον εργατικό μαθητή ο οποίος μελετά και πάντα μαθαίνει , πετυχαίνοντας τους στόχους του σε αντίθεση με τον τεμπέλη που, επειδή δεν διαβάζει και δεν ασχολείται ενεργά με τη μάθηση, κάνει συνήθως αισθητή την παρουσία του με φασαρία, ένταση και ό,τι άλλο του έρθει στο νου, παρακωλύοντας έτσι το μάθημα. Αναμφισβήτητα, λοιπόν, από την απραξία και την τεμπελιά προέρχονται πολλά δεινά.

Γούλα Ανδρεάνα
«
Όπως ένας κυνηγός ψάχνει για ίχνη ζώου, και το θήραμα τυχαίνει καμιά φορά να βρίσκεται ήδη μπροστά του, έτσι και στην καθημερινή μας ζωή, όταν αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα, η επίλυσή του μπορεί να είναι απλή και εμφανής. Παρ’ όλα αυτά, εμείς λόγω πίεσης, άγχους ή βιασύνης, αναζητούμε την λύση του με περίπλοκους τρόπους σπαταλώντας πολύτιμο χρόνο και ενέργεια. Η παροιμία αυτή σώζεται και με κα΄ποιες παραλλαγές, αλλά πάντα με ζώα με λιοντάρι ή λύκο. " Το λύκο βλέπουμε, τον τορό κυνηγάμε!"
Χιουμοριστικός είναι ο παρακάτω σχετικός μύθος του Αισώπου.
Λέοντα τις κυνηγὸς οὐχὶ τολμήεις ἴχνευεν ὀρέων ἐν βαθυσκίοις ὕλαις• δρυτόμῳ δὲ μακρῆς ἐγγὺς ἐντυχὼν πεύκης "ὢ πρός σε νυμφῶν," εἶπεν, "ἆρα γινώσκεις ἴχνη λέοντος ὅστις ὧδε φωλεύει;" κἀκεῖνος εἶπεν "ἀλλὰ σὺν θεῷ βαίνεις• αὐτὸν γὰρ ἤδη τὸν λέοντά σοι δείξω." ὁ δ᾽ ὠχριήσας γομφίους τε συγκρούων "μή μοι χαρίζου" φησί "πλεῖον οὗ χρῄζω, τὸ δ᾽ ἴχνος εἰπέ• τὸν λέοντα μὴ δείξῃς." Μύθοι Αισώπου, 1.92.1"
Αμπατζίδου Μάγδα
Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Στην ελληνική παράδοση συναντάμε πολλές φορές παροιμίες με ζώα και ιδιαίτερα με λύκους ( π।χ। έβαλες το λύκο να φυλάει τα πρόβατα, Ο λύκος δε βρωμίζει τη φωλιά του, Ο λύκος έχει τ' όνομα κι η αλεπού τη χάρη, Ο λύκος σαν γεράσει, μασκαράς των σκυλιών γίνεται, Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται, το πρόβατο που φεύγει απ’ το μαντρί το τρώει ο λύκος, κ. α.)
Δεν είναι μόνο πρώτος στην κακία, όπως υποστηρίζουν κάποιοι, είναι πρώτος και στη σοφία του λαού. Και αυτό ίσως να σημαίνει ότι ο λύκος είναι το άγριο ζώο που αγαπάμε να μισούμε ή που κατά βάθος θαυμάζουμε περισσότερο.
Η σχέση του ανθρώπου με τον λύκο είναι ιδιαίτερα έντονη σε πολλές δομές της ανθρώπινης γλώσσας και της σκέψης, όπως και στις παροιμίες। Στις παροιμίες ως γνωστόν αποτυπώνεται η ψυχοσύνθεση του λαού, ο τρόπος σκέψης και η καθημερινότητα του। Με την παροιμία αυτή τονίζεται ότι κάποιος παρά τα διδάγματα της ζωής, παρά τις υποσχέσεις που κατά καιρούς δίνει, παρά τις όποιες υποχωρήσεις ή αλλαγές παρουσιάσει δεν αλλάζει ποτέ βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Πολλοί πιστεύουν ότι ο λύκος δεν εξημερώνεται και δεν ξεχνά ποτέ την άγρια φύση του, παρά τις φαινομενικές αλλαγές που παρατηρούνται στο τρίχωμά του ή στην ηλικία. Θεωρείται επίσης ότι δεν ανανεώνει τις στρατηγικές του και διάχυτη είναι η αντίληψη ότι καθώς ο λύκος μεγάλωσε και γέμισε εμπειρίες και γνώσεις δεν άλλαξε απόψεις και παρέμεινε ξεροκέφαλος.
Παροιμίες με όμοιο περιεχόμενο
" Τον αράπη και αν τον πλύνεις το σαπούνι σου χαλάς! "
" Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα! "
Αντώνης Τσιπούρας Α1
Η έκφραση αύτη χρησιμοποιείται
για τις περιπτώσεις στις οποίες κάτι τέτοιο συμβαίνει πραγματικά στο φυτικό κόσμο! x Μέσα απ’ το ρόδο δηλαδή βγαίνει ένα αγκάθι και από το αγκάθι αυτό φυτρώνει, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, ένα ρόδο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους ανθρώπους γύρω μας. Γνωρίζουμε καθημερινά γονείς που, ως άνθρωποι είναι αξιοσέβαστοι, καλοσυνάτοι, ευυπόληπτοι, προκομμένοι στην ζωή τους και τα παιδιά τους δεν έχουν αποκτήσει κανένα απ τα προσόντα τους. Όμως απ’ την άλλη πλευρά συναντούμε παιδιά που είναι πολύ σωστά, εργατικοί και ευγενικοί άνθρωποι και προέρχονται από γονείς οι οποίοι αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή και είναι πράγματι άξιο απορίας πως μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο, όμως σίγουρα είναι βγαλμένο μέσα απ’ τη ζωή! γιατί συνήθως απ’ το καλό βγαίνει κακό και από το κακό … ίσως καλό!!!."Βλέπουμε ότι οι πιο σοφοί και οι άριστοι των πολιτών μας δεν μπορούν να μεταβιβάσουν αυτή την αρετή που έχουν οι ίδιοι σε άλλους। Ο Περικλής, ας πούμε, ο πατέρας των νεαρών από 'δω, τους μόρφωσε καλά στα θέματα που εξαρτώνται από τους δασκάλους. Αλλά στα θέματα στα οποία ο ίδιος είναι σοφός, ούτε αυτός τους εκπαιδεύει ούτε σε άλλους έδωσε τους γιους του να τους εκπαιδεύσουν. Κι αυτοί, τριγυρίζουν και βόσκουν, σαν ζώα λυμένα, όπου τύχει να συναντήσουν από μόνοι τους την αρετή. Κι αν θέλεις, δες και τον Κλεινία, τον μικρό αδελφό του Αλκιβιάδη από 'δω. Αυτόν τον είχε στην κηδεμονία του ο Περικλής και, φοβούμενος μήπως τον χαλάσει ο Αλκιβιάδης, τον πήρε από αυτόν και ανέθεσε στον Αρίφρονα να τον μορφώσει. Και πριν κλείσουν έξι μήνες, ο Αρίφρονας του τον έδωσε πίσω, μη ξέροντας τι να κάνει μαζί του. Και άλλους πάμπολλους έχω να σου απαριθμήσω, οι οποίοι, ενώ ήταν οι ίδιοι αγαθοί, δεν μπόρεσαν ποτέ τους να βελτιώσουν κανέναν ούτε από τους συγγενείς τους ούτε από τους ξένους."
Ακολουθεί η απάντηση του Πρωταγόρα:
Μια κι έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί από πολλούς άξιους πατέρες βγαίνουν παιδιά παρακατιανά; Άκουσε ποιαν εξήγηση δίνω: αν τα όσα είπα παραπάνω είναι σωστά (δηλαδή ότι δεν πρέπει κα-νένας να μένει αμέτοχος σ' αυτό το πράγμα, την αρετή, αν είναι να σταθεί μια πολιτεία), δεν έχει θέση καμιά απορία. Γιατί, αν η άποψη μου βρίσκεται κοντά στην αλήθεια — και δεν υπάρχει άποψη πιο κοντά στην αλήθεια απ' αυτήν — διάλεξε οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα ή μάθημα και σκέψου: Ας υποθέσουμε ότι, αν δε γινόμασταν όλοι αυλητές, ο καθένας μας όπως μπορούσε, θα ήταν αδύνατο να σταθεί μια πολιτεία- ποιος τότε δε θα προσπαθούσε να διδάξει αυτή την τέχνη στον καθένα και στο σπίτι και δημόσια, και ποιος δε θα μάλωνε εκείνον που θα έπαιζε άσχημα τον αυλό; ποιος θ' αρνιόταν να τη μεταδώσει — όπως καληώρα ποιος αρνιέται και ποιος κρατά κρυφούς τους γραφτούς και τους άγραφους νόμους, όπως τα μυστικά από τις άλλες τέχνες; (γιατί ο καθένας μας, νομίζω, έχει κέρδος από τη δικαιοσύνη και την αρετή του άλλου. Γι' αυτό κι ο καθένας μας στον καθένα με προθυμία και λέει και διδάσκει τους γραφτούς και τους άγραφους νόμους). Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι και στην τέχνη του αυλού με τον ίδιο τρόπο είχαμε όλη την προθυμία και την απλοχεριά να δίνουμε μαθήματα ο ένας στον άλλο, πιστεύεις, Σωκράτη, ότι τα παιδιά των άξιων αυλητών θα είχαν περισσότερες πιθανότητες να βγουν άξιοι αυλητές απ' ό,τι τα παιδιά των παρακατια¬νών; Η γνώμη μου είναι ότι όχι — αλλά εκείνου που ο γιος έτυχε να γεννηθεί πιο προικισμένος για αυλητής, θα ξεχώριζε και θ' αποχτούσε φήμη. Το παιδί όμως εκείνου που το αδίκησε η φύση, θα 'μενε στην αφάνεια. Και πολλές φορές από άξιον αυλητή θα έβγαινε γιος παρακατια¬νός, πολλές φορές πάλι από παρακατιανό άξιος. ΄Οπως και να 'χε όμως, όλοι θα ήταν αρκετά καλοί αυλητές απέναντι στους ανίδεους κι αυτούς που έχουν μεσάνυχτα από την τέχνη του αυλού. Πίστεψε ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην περίπτωση μας. Πάρε όποιον νομίζεις τον πιο άδικο απ' όλους όσοι μεγάλωσαν ανάμεσα σ' ανθρώπους που ζουν με νόμους. Ε λοιπόν, τούτος είναι δίκαιος και δάσκαλος πάνω σ' αυτό, αν είχαμε να τον συγκρίνουμε με ανθρώπους που δεν έχουν ούτε μόρφωση ούτε δικαστήρια ούτε κανέναν τρόπο επιβολής, που να τους επιβάλλει απ' το πρωί ως το βράδυ να φροντίζουν για την αρετή — αλλά αν ήταν τίποτα άγριοι, σαν και αυτούς που παρουσίασε ο Φερεκράτης ο ποιητής στο θέατρο πέρσι, στη γιορτή των Ληναίων. Αλήθεια, αν, όπως οι μισάνθρωποί μας σ' εκείνη την κωμωδία, βρεθείς ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους, θα 'λεγες «δόξα σοι, ο θεός!» συντυχαίνοντας τον Ευρύβατο και τον Φρυνώνδα και θα στέναζες νοσταλγώντας την κακοψυχία των ανθρώπων του τόπου μας. Αλλά τώρα κάνεις το δύσκολο, Σωκράτη, γιατί όλοι είναι δάσκαλοι της αρετής — καθένας κατά τη δύναμη του — και σου φαίνεται ότι κανένας δεν είναι. Να, είναι σαν να ψάχνεις ποιος διδάσκει την ελληνική γλώσσα. θα παρουσιαζό¬ταν κανείς; Ή πάλι ψάξε να βρεις, φαντάζομαι, ποιος θα δίδασκε στα παιδιά των μαστόρων μας την (δια τους την τέχνη, που βέβαια την έχουν μάθει από τον πατέρα τους, όσο μπορούσε ο πατέρας κι οι φίλοι του πατέρα που είναι του σιναφιού του. πιστεύω ότι δεν είναι εύκολο να βρεθεί δάσκαλος τους, Σωκράτη, που να τους μάθει περισσότερα, ενώ είναι το ευκολότερο πράγμα να βρεθεί για τους ανίδεους. Το ίδιο συμβαίνει και με την αρετή και μ' όλα τ' άλλα. Άρα πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι, αν βρίσκεται κάποιος κάπως ανώτερος από μας στο να φέρνει τους άλλους πιο κοντά στην αρετή. Λοιπόν πιστεύω πως κι εγώ είμαι ένας απ' αυτούς και ότι μπορώ να βοηθήσω έναν άνθρωπο να γίνει καλός και αγαθός, καλύτερα από κάθε άλλον, και ότι μου αξίζει ο μισθός που ζητώ και ακόμη μεγαλύτερος, έτσι που και ο μαθητής ο ίδιος να το παραδέχεται. [Πλάτωνα «Πρωταγόρας» 327-328. Μετάφραση Ηλ. Σπυρόπουλου]
Η φράση αυτή στηρίζεται στη βεβαιότητα ότι οι άνθρωποι συνήθως διδάσκονται από τα σφάλματά τους και δεν τα επαναλαμβάνουν। Τις περισσότερες μάλιστα φορές διδάσκονται και από τα λάθη των άλλων, γίνονται δηλαδή «ἐξ ἑτέρων σοφοί». Δεν είναι όμως λίγες οι περιπτώσεις που οι άνθρωποι δεν έχουν τη γενναιότητα να παραδεχθούν ότι έσφαλαν και, κατά συνέπεια, ξανακάνουν το ίδιο λάθος. Το γεγονός αυτό λοιπόν, κατά τις οποίο ο άνθρωπος διαπράττει και επαναλαμβάνει το ίδιο λάθος, αποδεικνύει ότι δεν είναι σοφός, καθώς δεν έχει διδαχθεί τίποτα από τα λάθη και τις αποτυχίες του με αποτέλεσμα να περιπέσει και πάλι στο ίδιο σφάλμα. Στη φράση αυτή ωστόσο υποβόσκει και μια ρατσιστική-σεξιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η επανάληψη του λάθους θεωρείται δικαιολογημένη για τη γυναίκα και όχι για τον άντρα. Κατά τη γνώμη μου η πιο σωστή διατύπωση θα ήταν «Τό δίς ἐξαμαρτεῖν ούκ ἀνθρώπου σοφοῦ».
Ραφαηλ – Βασίλειος Φραγκάλας
Η παροιμία αυτή είναι σήμερα επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε. Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει μέσα σ’ ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από έντονους και γρήγορους ρυθμούς. Τρέχει συνεχώς να προλάβει, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ζωής. Ολόκληρη η ζωή του χαρακτηρίζεται από μια διαρκή και βιαστική κίνηση, στην εργασία του, στις κοινωνικές του επαφές ακόμη και στις οικογενειακές του στιγμές. Όλη αυτή η κατάσταση τον οδηγεί-τις περισσότερες φορές- να παίρνει λάθος αποφάσεις και να προβαίνει σε λανθασμένες ενέργειες.
Χρυσάνθη Γεωργάκη Α1
Με την παροιμία « όποιος βιάζεται σκοντάφτει» δηλώνεται βέβαια ότι οι πιθανότητες αποτυχίας ή πρόκλησης ατυχήματος ή ανεπιθύμητων εξελίξεων είναι μεγαλύτερες όταν κάποιος ενεργεί κάτω από τη βιασύνη και το άγχος. Αναμφισβήτητα χρειάζεται καλός προγραμματισμός, ψυχραιμία και ελεγχόμενες κινήσεις χωρίες βιασύνη ένταση ή πανικό. Έτσι για παράδειγμα, οι οδηγοί όταν αυξάνουν την ταχύτητα του αυτοκινήτου προκειμένου να φτάσουν πιο γρήγορα στον προορισμό τους, αυξάνουν ταυτόχρονα και τις πιθανότητες τροχαίου ατυχήματος ή να μη φτάσουν ποτέ στον προορισμό τους με αφάλεια. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αθλητές που από τη βιασύνη τους σπαταλούν αρχικά τις δυνάμεις τους με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν την προσπάθεια πριν από τον τερματισμό. Κατά την απόψή μου το σωστό μέτρο είναι συτό που πηγάζει από το αρχαίο οξύμωρο απόφθεγμα: "σπεῦδε βραδέως"
Σοφία Σοκόλη Α1

